Bally

Το 1892 η επιχείρηση περνά στα χέρια των παιδιών του Franz Bally και μετονομάζεται σε C.F. Το 1916 αποτελεί έτος-ρεκόρ για την Bally καθώς απασχολούσε 7.159 εργαζομένους και οι πωλήσεις της έφτασαν τα 4 εκατομμύρια ζευγάρια παπουτσιών.

H δεκαετία του 1900 χαρακτηρίστηκε από την ταχύτατη επέκταση του διεθνούς εμπορίου και η Bally εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία επεκτείνεται συνεχώς στις χώρες της Ευρώπης. Η εταιρεία κατόρθωσε να επιβιώσει και τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 αλλά και τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο και επεκτάθηκε σε πολλές νέες αγορές με πιο σημαντική αυτή της Βόρειας Αμερικής.

Η εταιρεία τη δεκαετία του 1880 εξάγει τα προϊόντα της σε πολλές χώρες της Ευρώπης δια αντιπροσώπων ενώ ανοίγει το πρώτο της κατάστημα στην Αγγλία και πιο συγκεκριμένα στη Νew Bond Street του Λονδίνου, διάσημη για τα καταστήματα ειδών πολυτελείας. Επίσης ανοίγουν ακόμα περισσότερα καταστήματα Bally στο Παρίσι, τη Γενεύη, το Μοντεβιδέο και το Μπουένος Άιρες.

Το 1976 η Bally πρόσθεσε στη συλλογή της δερμάτινες τσάντες και αξεσουάρ καθώς και ρούχα υψηλής ραπτικής ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά η εταιρεία φεύγει από την ιδιοκτησία της οικογένειας Bally. Το 1907 η εταιρεία εισάγει τις μετοχές της στο Χρηματιστήριο της Ζυρίχης, εντούτοις η πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου παραμένει στα χέρια της οικογένειας Bally.

Μέσα σε περίπου μία δεκαετία η επιχείρηση έφθασε να απασχολεί 500 εργάτες ενώ εκτός από μία σειρά καινοτομιών η επιχείρηση με δαπάνη της δημιουργεί ένα μεγάλο πάρκο στην καρδιά του Schönenwerd. Λίγο πριν την έναρξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου, η εταιρεία δημιουργεί γραμμές παραγωγής υποδημάτων στη Γαλλία καθώς και δύο καινούρια εργοστάσια στη Βόρεια Ελβετία.

Το 1854 δημιούργησαν ένα μικρό εργοστάσιο υποδημάτων στο Schönenwerd αλλά ο Fritz Bally εγκατέλειψε την επιχείρηση ενώ ακόμη βρισκόταν στα σπάργανα και ως εκ τούτου ο Carl Franz Bally συνέστησε την επιχείρηση υπό την ονομασία C.F. Στην Ελλάδα η Bally διαθέτει 3 καταστήματα εκ των οποίων τα δύο στην Αθήνα (στο Citylink στην Οδό Σταδίου και στο Golden Hall στο Μαρούσι) και ένα στη Θεσσαλονίκη στην Οδό Μακένζι. Η υποδηματοποιία Bally ιδρύθηκε ως Bally&Co το 1851 από τον Carl Franz Bally (1821-1889) και τον αδελφό του Fritz, στο υπόγειο της οικογενειακής τους κατοικίας στο Schönenwerd της Ελβετίας.

Τη δεκαετία του 1870 η επιχείρηση βρίσκεται στην κορυφή της παραγωγής παπουτσιών στην Ευρώπη ενώ ο γιος του Franz, Edward εισάγει υπερσύγχρονα μηχανήματα για την παραγωγή υποδημάτων από τις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Bally φθάνει στο απόγειο της παραγωγής της καθώς προμηθεύει με παπούτσια τους στρατούς της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ελβετίας.

Παρότι τη δεκαετία του 1960 η εταιρεία αντιμετωπίζει σκληρό ανταγωνισμό από την παραγωγή υποδημάτων σε χώρες χαμηλού κόστους η Bally διαφοροποιεί τα προϊόντα της και ανακαινίζει το κεντρικό της κατάστημα στη Ζυρίχη το οποίο καταλαμβάνει 1465 τ.μ. Το 1999 η Bally περνά στα χέρια του αμερικανικού επενδυτικού fund Τexas Pacific Group με κύριο στόχο να επανέλθει η Bally στην κερδοφορία και να επανακτήσει την αίγλη της.

Η έδρα της εταιρείας, όπου λαμβάνει χώρα και η παραγωγή των υποδημάτων της Bally, βρίσκεται στο Caslano της επαρχίας Ticino στην Ελβετία. . Η Bally είναι μία από τις ιστορικότερες και πιο διάσημες εταιρείες παραγωγής υποδημάτων πολυτελείας στον κόσμο.

Bally διέμενε την περίοδο εκείνη. Bally and Sons .

Το 2007 υπεύθυνος σχεδιασμού της εταιρείας γίνεται ο διάσημος σχεδιαστής Brian Atwood ενώ το 2008 η εταιρεία πέρασε στα χέρια της γερμανικής εταιρείας ειδών πολυτελείας LABELUX, συμφερόντων της οικογένειας Benckiser. Η αναδιοργάνωσή της σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη βοηθά την Bally να ανταπεξέλθει.

Η εταιρεία γιόρτασε τα 150 χρόνια της το 2001 με μεταφορά της έδρας της στο Caslano στις όχθες της λίμνης Lugano στην Ελβετία όπου μεταφέρθηκε και η παραγωγή όλων των υποδημάτων της Bally ενώ το κεντρικό showroom της εταιρείας βρίσκεται στο Μιλάνο βάζοντας την εταιρεία ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς μόδας. Bally .

Τα επόμενα χρόνια μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, η μειωμένη αγοραστική δύναμη στις βασικές αγορές για τη Bally όπως η Γαλλία και η Γερμανία είχαν ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της εταιρείας και την απόλυση εργαζομένων. Έχει την έδρα της και την παραγωγή της στην Ελβετία ενώ διαθέτει τα προϊόντα της μέσω 730 καταστημάτων σε 70 χώρες με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 400 εκατομμύρια ευρώ και στις 5 ηπείρους.

Το 1951, 100 χρόνια μετά την ίδρυσή της, η Bally δημιουργεί ένα ανδρικό παπούτσι για επίσημες εμφανίσεις ονόματι Scribe το οποίο ακόμα παράγεται από την εταιρεία στην Ελβετία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ιδρύθηκε στο Schönenwerd μουσείο υποδημάτων στην έδρα της Bally το οποίο λειτουργεί και σήμερα έχοντας μία από τις μεγαλύτερες συλλογές του είδους της στον κόσμο με αναφορές από την αρχαιότητα ως σήμερα.

Ανάμεσά τους βρίσκονται καταστήματα στους πιο εμπορικούς δρόμους του κόσμου, όπως στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων στο Παρίσι, στη λεωφόρο Madison της Νέας Υόρκης, στη New Bond Street του Λονδίνου, στο Beverly Hills, στη Via Montenapoleone του Μιλάνο, στη Λεωφόρο Nevsky στην Αγία Πετρούπολη αλλά και σε αεροδρόμια όπως το Heathrow του Λονδίνου. Tην περίοδο εκείνη ανοίγουν και τα πρώτα καταστήματα της Bally στη Βέρνη, τη Βασιλεία και τη Ζυρίχη.

σε 5 ορόφους και αποτελεί το μεγαλύτερο κατάστημα προϊόντων Bally μέχρι και σήμερα. Το όνομα Scribe προέρχεται από το διάσημο Scribe Hotel του Παρισιού όπου ο εγγονός του ιδρυτή της εταιρείας C.F.

 
?>